Abbildungen der Seite
PDF
EPUB

My clouted brogues from off my feet, whose

rudeness

Answer'd my steps too loud. Gui.

Why, he but sleeps : If he be gone, he'll make his grave a bed ; With female fairies will his tomb be haunted,

And worms will not come to thee.
Arv.

With fairest flowers
While summer lasts and I live here, Fidele,
I'll sweeten thy sad grave: thou shalt not lack
The flower that's like thy face, pale primrose, nor
The azured harebell, like thy veins, no, nor
The leaf of eglantine, whom not to slander,
Outsweeten'd not thy breath: the ruddock would
With charitable bill,—0 bill, sore-shaming
Those rich-left heirs that let their fathers lie
Without a monument !—bring thee all this;
Yea, and furr'd moss besides, when flowers are

none,

To winter-ground thy corse.
Gui.

Prithee, have done;
And do not play in wench-like words with that
Which is so serious. Let us bury him,
And not protract with admiration what

Is now due debt. To the grave!
Arv.

Say, where shall's lay him ? Gui. By good Euriphile, our mother.

κοιμάσθαί μιν έδοξα, ποδών απέδυσα δ' άμύκλας

ταί μοι νισσομένω τιν' άγαν ψόφον αντάχησαν. Γ. ου μα Δι, αλλ' εύδει γ' ει δ' ών από κάρτα

βέβακεν, ου τάφω, αλλ' ευνάς ό γα τεύξεται αμφί δε

Νύμφαι

αλεί φοιτασεύντι: τεούς δ' ουδ' άψεται ευλά. Α. ή δ' έρατούς ανθεσσι τεον τάφον, ώ Χαρίδαμε,

στεψώ, έως θέρος εστίν έγών δε και αυτόθι ναίω
ουδ' άρα λευκοΐων, τούς τε χρόα καλόν έoικας,
λείψεαι, ου γλαυκάν κνυζάν ποκα, ταϊς πανόμοιαι
φαίνονται κατά σάρκα τεάν φλέβες" ου μελιτείας
ευώδους, τας δή το καλόν φυτών (ουδ' άδικέω μιν)
ού τι τεώ στόματος πνέει άδιον" α γάρ άπαντα
τίν κε χαριζομένα φέροι ευσεβέoισα πέλεια:
ευσεβέoισα φέροι, πολέσιν κάνδρεσσιν όνειδος
τοί μέγα πλουτισθέντες έπειτα γα τον πάτερ'

αύτως
είωσακτερέϊστον, ακαδέα: τιν δε και αύθις
ταν απαλάν πτέριν οίσει, όκα σπάνις έσσεται

άνθέων,
χειμερινόν τινα κόσμον.

ιθ', ώ δύστανε, πέπαυσο,
μηδ' επ' άχει τοσσώδε τα κωτίλα ρήματα παίσδης.
ώρα κήκφορέειν επεί ου πρέπον ώδ' υπό θάμβευς

τούτ' αμβάλλεσθαι το παρόν χρέος είεπί τύμβον. Α. πα δε κέλη θεϊναι μιν;

οδ' ών μακαριτίδος εγγύς Ευρυφίλας κείσθω, τάς ματέρος. σάρξ : cf. Bion. 1. 10, είβεται αίμα χιονέας κατά σαρκός.

Γ.

Arv.

Be't so:
And let us, Polydore, though now our voices
Have got the mannish crack, sing him to the

ground,
As once our mother: use like note and words,

Save that Euriphile must be Fidele.
Gui. Cadwal,

I cannot sing; I'll weep, and word it with thee;
For notes of sorrow out of tune are worse

Than priests and fanes that lie.
Arv.

We'll speak it, then. Bel. Great griefs, I see, medicine the less, for Cloten

Is quite forgot. He was a queen's son, boys;
And though he came our enemy, remember
He was paid for that: though mean and mighty,

rotting
Together, have one dust, yet reverence,
That angel of the world, doth make distinction
Of place 'tween high and low. Our foe was

princely;
And though you took his life, as being our foe,
Yet bury him as a prince.

Pray you, fetch him hither;
Thersites' body is as good as Ajax',

When neither are alive.
Arv.

If you'll go fetch him, We'll say our song the whilst. Brother, begin. Gui. Nay, Cadwal, we must lay his head to the east;

My father hath a reason for't. Arv.

'Tis true. Gui. Come on, then, and remove him. Arv.

So. Begin.

Gui.

9

Α.

ωδε γενέσθω άμμες δ', ώ Πολύδωρε, και εί μάλα νύν γ αι φωναι άρτι γενειάρδουσιν άτερπέα κοκκύσδοντι, τον τάφον αείδωμες, όπως τα ματρί το πρώαν χρή δ' έτι ταυτό μέλος και ρήματα ταύτ' ανα

μετρήν,

πλάν αντΕυρυφίλας μόνον υμνήσαι Χαρίδαμον. Γ. ου δύναμ' αείδειν, ου Δάν, φίλος' αλλά δακρύων

την υποκρινοίμαν κεν αμοιβαδίς: ισασεβεί του όστε κακώς θρυλέη τά γε πένθιμα, χώσταπό ναώ

ψευδέα θεσπίστη. Α.

θρηνέωμες άρ', άλλ' άτερ ωδας. Β. λύπας του λύπα, λέγεται την αίνος, άκεσμα

Κλώθων γάρ λάθας άλλως τυχε καίτοι ανάσσας
έκγονος ής, ώπαίδε, και εί μάλα ' εχθρός επηνθεν,
τω γούν δωκε δίκαν ξυνόν γα μεν ίκετ' ες άδαν
ο κλύμενος χώ φαύλος ανήρ, όκα πράτα θάναντι:
έμπας δ' ά Τιμά, μεγάλα θεός ανθρώποισιν,
χώρισε των μικκών τως μείζονας· αλλ' όδε γάρ τοι
ης βασιλεύς, εχθρός περ εών τόκα δ' εχθρόν εόντα

κτείνατέ μιν, νύν δ' αυ κτερεΐζετε, ως βασιλήα. Γ. λής ρά μιν ώδε φέρειν; Αίαντί τοι ισοφαρίσσει

αυτός ο Θερσίτης, όκα μηδέτερος ζούς ήσιν. Α. ει δε δοκεί, τυ μετ' αυτόν απέρχεο μέσφα δ' άρ'

άμμες

φθεγξεύρεσθ' αύτως τον ιάλεμον άρχε δ', αδελφός. Γ. , φίλος, αλλά το κράτα ποταμον καταθώμες οίσθα γαρ, ώς όσιόν τι τόδ' ής τω πατρί.

κάλείπας. Γ. ει δ' άγε δή, μεταθές μιν. Α.

έχει κάλλιστα τύ δ' άρχευ.

Α.

10

Song.
Gui. Fear no more the heat o' the sun,

Nor the furious winter's rages;
Thou thy worldly task hast done,

Home art gone, and ta’en thy wages :
Golden lads and girls all must,

As chimney-sweepers, come to dust. Arv. Fear no more the frown o' the great;

Thou art past the tyrant's stroke;
Care no more to clothe and eat;

To thee the reed is as the oak :
The sceptre, learning, physic must
All follow this, and come to dust.

Gui. Fear no more the lightning-flash,
Arv. Nor the all-dreaded thunder-stone;
Gui. Fear not slander, censure rash;
Arv. Thou hast finish'd joy and moan:
Both. All lovers young, all lovers must

Consign to thee, and come to dust.
Gui. No exorciser harm thee!
Arv. Nor no witchcraft charm thee!
Gui. Ghost unlaid forbear thee!
Arv. Nothing ill come near thee!
Both. Quiet consummation have;

And renowned be thy grave !

« ZurückWeiter »